Ναι ναι...Καλά βλέπετε. Μετά από αυτό το ποστ και άλλο ένα που είχα βάλει για τραχανά, μπορώ να πω ότι έχω κλείσει ως μπλόγκερ. Μετά από αυτά τα δύο, είναι σαν να έχω βάλει τα πάντα. Χαχα!
Κανονικά, στην περιγραφή που θα ακολουθήσει, μετά από κάθε "σαλιγκάρια" θα έπρεπε να ακολουθεί ένα μπλιαχ, αλλά επειδή σέβομαι ότι πολλοί από σας τα λατρεύουν, θα αρκεστώ σε ελάχιστα μπλιαχ! Εγώ πάλι, τα λατρεύω σαν pet, σαν οικόσιτα βρε παιδί μου. Και με όλο το σεβασμό κυρίες μου και κύριοι εσείς που τα μαγειρεύετε, αυτό δεν είναι μαγείρεμα που τους κάνετε. Είναι κανονικό βασανιστήριο από την αρχή μέχρι το τέλος! Θα μου πεις, όταν βασανίζεις το αστακουδάκι για να το φας δεν σε χαλάει; Μόνο τα σαλιγκαράκια σε χαλάνε; Η αλήθεια είναι ότι αν χρειαζόταν να βασανίσω εγώ τον αστακό, μάλλον δεν θα το έκανα...Γενικά το να βουτήξω σε καυτό νερό ζωντανά πλασματάκια για να τα θανατώσω, δεν μου πάει και πολύ, παρόλο που το έχω κάνει με χάβαρα...
Τέλος πάντων...
Σαν μπλογκ που σέβεται τον εαυτό του και τους αναγνώστες του, αφού βρέθηκε η ευκαιρία, είπα να την αδράξω και να παρουσιάσω αυτή τη συνταγή, παρόλο που εγώ έκανα ΜΟΝΟ τη φωτογράφηση και αυτή πάλι καλά που την έκανα...
Και φυσικά υπάρχει ιστορία στο background.
Είμαι λοιπόν στην Πάτρα και αφού επιτέλους έχουν τελειώσει τα βαψίματα, μπόρεσα κι εγώ να κατεβώ μια μέρα στο κέντρο για κάτι δουλειές. Καθώς γύριζα και περπατούσα πάνω σε έναν πεζόδρομο (παρένθεση: η Πάτρα έχει γεμίσει με πεζόδρομους. Τ' ακούτε ζακυνθινοί;;; Κάθε τρεις και λίγο και ένας καινούριος! Όλη η ζωή είναι στους πεζόδρομους!!!). Καθώς λοιπόν περπατούσα σε έναν πεζόδρομο, περνάω δίπλα από ένα παντοπωλείο. Τώρα έχουν γίνει μόδα τα παντοπωλεία. Βέεεεεεαβαια...Παλιά τα παντοπωλεία έκλειναν το ένα πίσω από το άλλο εξαιτίας των σούπερ μάρκετ. Τώρα, ανοίγουν το ένα μετά το άλλο, με γκουρμέ προϊόντα, και με όχι και τόσο φτηνές τιμές απαραίτητα.
Έξω από το παντοπωλείο, μέσα σε ένα καλάθι, έχει διχτάκια με σαλιγκάρια (ακίνητα, με κλειστή μεμβράνη). Κοντοστέκομαι και τα χαζεύω λίγο. Η τιμή τους είναι 8-9 ευρώ το κιλό. Όχι και λίγα. Κάθομαι και σκέφτομαι μόνη μου, Πώς κέρατο διατηρούνται ετούτα εδώ έτσι; Και αν τα πάρει κανείς, πώς τα συντηρεί μέχρι να τα φτιάξει.
Όταν είχα πάει στη Θεσσαλονίκη το Μάρτιο, είχα μπει στον πειρασμό να πάρω πεσκέσι της πεθεράς μου. Εγώ δεν τα τρώω, αλλά η πεθερά με το γιόκα της κάνουν τους μουρλούς έτσι και τα βρουν. Η πεθερά είναι γέννημα θρέμα του Πειραιά, και είχανε μάθει να τρώνε τα σαλιγκάρια εκεί λόγω της αγοράς του Ρέντη που ήταν κοντά.
Τότε στη Σαλόνικα δεν τα κατάφερα να της πάρω και τώρα να τα σαλιγκαράκια πάλι μπροστά μου. Αποφασίζω να ρωτήσω:
-Δεν μου λέτε παρακαλώ...Αυτά εδώ αν τα πάρει κάποιος, πόσο καιρό διατηρούνται;
-Αυτά, έτσι όπως είναι τώρα, είναι "κοιμισμένα". Μπορείτε και 2 και 3 μήνες να τα κρατήσετε έτσι όσο είναι στεγνά. Αν αποφασίσετε να τα μαγειρέψετε, ξυπνάνε αν τα βρέξετε, αν τους βάλετε νερό. Επίσης θέλουν να ξύσετε λίγο την μεμβράνη τους που έχει σκληρύνει για να μπορούν να βγουν...
Οκ, σκέφτομαι μέσα μου. Θα τα πάρω και θα τα πασάρω στην πεθερά πριν ξυπνήσουν! Ούτε να τα βλέπω να βολτάρουν ούτε τίποτα,
Αγοράζω ένα διχτάκι, και αρχίζω τα αστεία με τους υπαλλήλους ότι εγώ μόνο τη μεταφορά θα κάνω. Ούτε που πρόκειται να τα δοκιμάσω. Κάνουμε πλάκα με την κυρία του μαγαζιού ότι ούτε αυτή θέλει να τα τρώει, ο κύριος του μαγαζιού μας λέει ότι δεν ξέρουμε τι χάνουμε κλπ κλπ, και πέφτει αρκετό γέλιο. Φεύγω κουνάμενη συνάμενη με τα σαλιγκάρια ανά χείρας....
Μπαίνω στο αμάξι, κουνάω επιδεικτικά τη σακούλα στον άντρα μου λέγοντας: μάντεψε τι πήρα! Του τα δείχνω και δεν με πίστευε!
Φυλάω τα σαλιγκάρια όπως είναι στο διχτάκι και τη σακούλα 1-2 μέρες μέχρι να φύγουμε και είμαι ήσυχη ότι δεν πρόκειται να πάνε πουθενά!
Γυρίζουμε στο νησί και βγάζουμε τα πράγματα από το αυτοκίνητο. Παίρνω τη σακούλα με τα σαλιγκάρια και με το που την κοιτάζω, αρχίζει η ανησυχία. Ουπς! Τι είναι αυτό;
Το κλείσιμο στη σακούλα και η ζέστη του ταξιδιού, έχουν προκαλέσει υγρασία μέσα στη σακούλα, με αποτέλεσμα τα σαλιγκάρια να ξυπνήσουν! Βλέπω υγρά σώματα να ακουμπάνε στη σακούλα και αρχίζω να ψιλοαηδιάζω σκεπτόμενη τι θα πάθουν....
Ω ρε μάνα μου...Τώρα τι κάνουμε;
Είναι ακόμα απόγευμα και ξεπακετάρω τα πράγματα, οπότε σκέφτομαι ότι είμαι αρκετά κουρασμένη για να κατεβώ εκείνη την ώρα στην πεθερά. Σκέφτομαι να το αφήσω για αύριο. Οκ. Να το αφήσω για αύριο. Και αν χαλάσουν; Σάμπως ξέρω από δαύτα; Η κυρία είπε ότι άμα βραχούν, θα πρέπει να μαγειρευτούν! Ω ρε γ@μώ το...Τι να κάνω; Να τα βάλω στο ψυγείο. Λίγο Σιβηρία θα τους φανεί, αλλά δεν θα χαλάσουν φαντάζομαι! Οκ. Καλή ιδέα. Θα τα βάλω στο ψυγείο.
Τα βάζω στο ψυγείο. Μετά από λίγα λεπτά, κάτι χρειάζομαι από το ψυγείο και ανοίγω την πόρτα.
'Ωπα! Τι θόρυβος είναι αυτός; Ένας ελαφρύ "κροτάλισμα" ερχόταν από το ψυγείο.
Τι είναι αυτό τώρα; αναρωτιέμαι και στήνω αυτί πιο κοντά στον θόρυβο.
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΡΟΤΑΛΙΣΜΑ! Και από τι μπορεί να προέρχεται το κροτάλισμα μέσα στο ψυγείο; Από τα στριμωγμένα σαλιγκάρια μέσα στο διχτάκι που έχουν ξυπνήσει και προσπαθούν να κινηθούν! Τα καβούκια τους χτυπάνε μεταξύ τους και κροταλίζουν!
Οκ. Ως εδώ ήτανε. Φιλοξενία τέλος. Φεύγουν ΤΩΡΑ για την πεθερά μου!
Ντύνομαι βιαστικά, βουτάω τη σακούλα και φεύγω με το αμάξι. Πού να τα βάλω; Στο πορτ μπαγκάζ; Ε, ντάξει τώρα...Ας μη γίνομαι υπερβολική...Στο πίσω κάθισμα είναι καλά. Πάντως δίπλα μου να ακούω το κροτάλισμα ΔΕΝ τα βάζω! Άντε μπράβο να φύγουν από δω μέσα!
Μπαίνω στο σπίτι της πεθεράς. Φιλοξενεί και την αδερφή της (άλλη παλαβιάρα με τα σαλιγκάρια). Σου έφερα ένα δώρο της λέω, ενώ κουνάω τη σακούλα πέρα δώθε. Και επειδή αυτά έχουνε ξυπνήσει, πάρτα, κάνε τα ό,τι θέλεις, αρκεί να φύγουν από μένα και να μου πεις πώς τα έφτιαξες για να τα βάλω στο μπλογκ!
Αρχίζουν οι αδερφές να λένε πώς θα τα καθαρίσουν, μαγειρέψουν κλπ. Ώπα λεω, το χοντραίνετε! Δεν είναι ανάγκη να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, οκ; Όταν τα φτιάξεις, φώναξέ με να τα φωτογραφήσω και να μου πεις τη συνταγή...
Της παρατάω τα σαλιγκάρια και φεύγω.
Μιάμιση μέρα μετά ανακοινώνει ότι το φαγητό είναι έτοιμο (μπλιαχ. Οκ, είναι το πρώτο που κάνω). Αναρωτιέμαι αν θα με ενοχλήσει να τα φωτογραφίσω από πολύ κοντά...Προσπάθησα να εστιάσω στο αποτέλεσμα και να μην κοιτάζω ένα ένα...Τα φωτογραφίζω, μου σηκώνουνε πλακίτσα για να κάτσω να φάω, τις αγριοκοιτάζω και φεύγω :-p
Δύο μέρες μετά, πάω για τη συνταγή...
Σαλιγκάρια γιαχνί
Υλικά
1 με 1.200 γρ. σαλιγκάρια κρητικά (με κλειστή μεμβράνη-έτσι ήταν, έτσι γράφω)
3-4 ώριμες ντομάτες
1 μεγάλο κρεμμύδι τριμμένο στον τρίφτη
2 μεγάλα κρεμμύδια ψιλοκομμένα
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο
Εκτέλεση (κανονική όμως ε;...)
Πλένουμε τα σαλιγκάρια πάρα πολύ καλά.
Βάζουμε τα σαλιγκάρια σε κατσαρόλα με νερό να τα σκεπάζει. Κλείνουμε την κατσαρόλα και βάζουμε ένα βάρος στο καπάκι αν δεν θέλουμε να τα βρούμε την επόμενη μέρα να βολτάρουν μέχρι το ταβάνι.
Την επόμενη μέρα τα ξαναπλένουμε, τα βάζουμε σε τρυπητό να σουρώσουν πάλι σκεπασμένα για να μην το...σκάσουν...
Βάζουμε σε κατσαρόλα να βράσει (εδώ αρχίζουν τα πραγματικά βασανιστήρια....)
Μόλις βράσει. τα ρίχνουμε μέσα (τα έρμα) και τα αφήνουμε να πάρουν μερικές βράσεις.
Τα ρίχνουμε στο τρυπητό πάλι και τα αφήνουμε να σουρώσουν. ΤΩΡΑ να είστε σίγουροι ότι δεν πάνε πουθενά :-(
Καθαρίζουμε με μαχαίρι λίγο την πίσω πλευρά του κοχλία (πώς με βρίσκετε;)
Excuse me, λέω στην πεθερά...Κόβεται τόσο εύκολα το καβούκι με μαχαίρι;;;
Ναι μου λένε και οι δύο. Αν είναι μικρά ναι. Αν είναι μεγάλα, πιο δύσκολα.
Χωρίς να χρειάζεται να το σπάσεις ή κάτι τέτοιο;
Χωρίς, λένε...
Ό,τι πείτε, λέω εγώ η έρμη...
Κάνουμε λοιπόν μια τρύπα από πίσω και τα αφήνουμε στην άκρη.
Φτιάχνουμε σάλτσα ως εξής:
Σωτάρουμε σε ελαιόλαδο τα κρεμμύδια (και τα τριμμένα και τα ψιλοκομμένα).
Ρίχνουμε και τις ντομάτες τριμμένες και αφήνουμε να βράσει η σάλτσα 20-30 λεπτά, ενώ προσθέτουμε νερό όταν χρειάζεται, καθώς και αλατοπίπερο.
Μετά, ρίχνουμε και τα σαλιγκάρια και αφήνουμε να βράσουν καλά μέσα στη σάλτσα για μία ώρα περίπου (δοκιμάζουμε λέει-μπλιαχ), ενώ ρίχνουμε λίγο νεράκι αν και όταν χρειάζεται.
Συνεχίζουμε το βασανιστήριο τρώγοντας τα ΕΝ ΑΠΟΥΣΙΑ της Κικής.
Φεύγουμε ενώ τρώνε οι άλλοι, απειλώντας ότι θα κάνει να μας φιλήσει ο σύζυξ τρεις μέρες αφού θα τα φάει :-)
update: αν κάποιο σαλιγκαράκι με το μαρτύριο του νερού δεν προσπαθήσει να λακίξει, αν μείνει ακίνητο, ακούνητο, αγέλαστο μέσα στο καβούκι του ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΜΕΝΟ τον ψόφιο κοριό για να γλυτώσει τα μαρτύρια, πιστέψτε το. Είναι όντως ψόφιος κοριός. Πετάξτε το!
Άντε βρε...Με τις υγείες σας...ΜΠΛΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧ!

Κανονικά, στην περιγραφή που θα ακολουθήσει, μετά από κάθε "σαλιγκάρια" θα έπρεπε να ακολουθεί ένα μπλιαχ, αλλά επειδή σέβομαι ότι πολλοί από σας τα λατρεύουν, θα αρκεστώ σε ελάχιστα μπλιαχ! Εγώ πάλι, τα λατρεύω σαν pet, σαν οικόσιτα βρε παιδί μου. Και με όλο το σεβασμό κυρίες μου και κύριοι εσείς που τα μαγειρεύετε, αυτό δεν είναι μαγείρεμα που τους κάνετε. Είναι κανονικό βασανιστήριο από την αρχή μέχρι το τέλος! Θα μου πεις, όταν βασανίζεις το αστακουδάκι για να το φας δεν σε χαλάει; Μόνο τα σαλιγκαράκια σε χαλάνε; Η αλήθεια είναι ότι αν χρειαζόταν να βασανίσω εγώ τον αστακό, μάλλον δεν θα το έκανα...Γενικά το να βουτήξω σε καυτό νερό ζωντανά πλασματάκια για να τα θανατώσω, δεν μου πάει και πολύ, παρόλο που το έχω κάνει με χάβαρα...
Τέλος πάντων...
Σαν μπλογκ που σέβεται τον εαυτό του και τους αναγνώστες του, αφού βρέθηκε η ευκαιρία, είπα να την αδράξω και να παρουσιάσω αυτή τη συνταγή, παρόλο που εγώ έκανα ΜΟΝΟ τη φωτογράφηση και αυτή πάλι καλά που την έκανα...
Και φυσικά υπάρχει ιστορία στο background.
Είμαι λοιπόν στην Πάτρα και αφού επιτέλους έχουν τελειώσει τα βαψίματα, μπόρεσα κι εγώ να κατεβώ μια μέρα στο κέντρο για κάτι δουλειές. Καθώς γύριζα και περπατούσα πάνω σε έναν πεζόδρομο (παρένθεση: η Πάτρα έχει γεμίσει με πεζόδρομους. Τ' ακούτε ζακυνθινοί;;; Κάθε τρεις και λίγο και ένας καινούριος! Όλη η ζωή είναι στους πεζόδρομους!!!). Καθώς λοιπόν περπατούσα σε έναν πεζόδρομο, περνάω δίπλα από ένα παντοπωλείο. Τώρα έχουν γίνει μόδα τα παντοπωλεία. Βέεεεεεαβαια...Παλιά τα παντοπωλεία έκλειναν το ένα πίσω από το άλλο εξαιτίας των σούπερ μάρκετ. Τώρα, ανοίγουν το ένα μετά το άλλο, με γκουρμέ προϊόντα, και με όχι και τόσο φτηνές τιμές απαραίτητα.
Έξω από το παντοπωλείο, μέσα σε ένα καλάθι, έχει διχτάκια με σαλιγκάρια (ακίνητα, με κλειστή μεμβράνη). Κοντοστέκομαι και τα χαζεύω λίγο. Η τιμή τους είναι 8-9 ευρώ το κιλό. Όχι και λίγα. Κάθομαι και σκέφτομαι μόνη μου, Πώς κέρατο διατηρούνται ετούτα εδώ έτσι; Και αν τα πάρει κανείς, πώς τα συντηρεί μέχρι να τα φτιάξει.

Όταν είχα πάει στη Θεσσαλονίκη το Μάρτιο, είχα μπει στον πειρασμό να πάρω πεσκέσι της πεθεράς μου. Εγώ δεν τα τρώω, αλλά η πεθερά με το γιόκα της κάνουν τους μουρλούς έτσι και τα βρουν. Η πεθερά είναι γέννημα θρέμα του Πειραιά, και είχανε μάθει να τρώνε τα σαλιγκάρια εκεί λόγω της αγοράς του Ρέντη που ήταν κοντά.
Τότε στη Σαλόνικα δεν τα κατάφερα να της πάρω και τώρα να τα σαλιγκαράκια πάλι μπροστά μου. Αποφασίζω να ρωτήσω:
-Δεν μου λέτε παρακαλώ...Αυτά εδώ αν τα πάρει κάποιος, πόσο καιρό διατηρούνται;
-Αυτά, έτσι όπως είναι τώρα, είναι "κοιμισμένα". Μπορείτε και 2 και 3 μήνες να τα κρατήσετε έτσι όσο είναι στεγνά. Αν αποφασίσετε να τα μαγειρέψετε, ξυπνάνε αν τα βρέξετε, αν τους βάλετε νερό. Επίσης θέλουν να ξύσετε λίγο την μεμβράνη τους που έχει σκληρύνει για να μπορούν να βγουν...
Οκ, σκέφτομαι μέσα μου. Θα τα πάρω και θα τα πασάρω στην πεθερά πριν ξυπνήσουν! Ούτε να τα βλέπω να βολτάρουν ούτε τίποτα,
Αγοράζω ένα διχτάκι, και αρχίζω τα αστεία με τους υπαλλήλους ότι εγώ μόνο τη μεταφορά θα κάνω. Ούτε που πρόκειται να τα δοκιμάσω. Κάνουμε πλάκα με την κυρία του μαγαζιού ότι ούτε αυτή θέλει να τα τρώει, ο κύριος του μαγαζιού μας λέει ότι δεν ξέρουμε τι χάνουμε κλπ κλπ, και πέφτει αρκετό γέλιο. Φεύγω κουνάμενη συνάμενη με τα σαλιγκάρια ανά χείρας....
Μπαίνω στο αμάξι, κουνάω επιδεικτικά τη σακούλα στον άντρα μου λέγοντας: μάντεψε τι πήρα! Του τα δείχνω και δεν με πίστευε!
Φυλάω τα σαλιγκάρια όπως είναι στο διχτάκι και τη σακούλα 1-2 μέρες μέχρι να φύγουμε και είμαι ήσυχη ότι δεν πρόκειται να πάνε πουθενά!
Γυρίζουμε στο νησί και βγάζουμε τα πράγματα από το αυτοκίνητο. Παίρνω τη σακούλα με τα σαλιγκάρια και με το που την κοιτάζω, αρχίζει η ανησυχία. Ουπς! Τι είναι αυτό;
Το κλείσιμο στη σακούλα και η ζέστη του ταξιδιού, έχουν προκαλέσει υγρασία μέσα στη σακούλα, με αποτέλεσμα τα σαλιγκάρια να ξυπνήσουν! Βλέπω υγρά σώματα να ακουμπάνε στη σακούλα και αρχίζω να ψιλοαηδιάζω σκεπτόμενη τι θα πάθουν....
Ω ρε μάνα μου...Τώρα τι κάνουμε;

Είναι ακόμα απόγευμα και ξεπακετάρω τα πράγματα, οπότε σκέφτομαι ότι είμαι αρκετά κουρασμένη για να κατεβώ εκείνη την ώρα στην πεθερά. Σκέφτομαι να το αφήσω για αύριο. Οκ. Να το αφήσω για αύριο. Και αν χαλάσουν; Σάμπως ξέρω από δαύτα; Η κυρία είπε ότι άμα βραχούν, θα πρέπει να μαγειρευτούν! Ω ρε γ@μώ το...Τι να κάνω; Να τα βάλω στο ψυγείο. Λίγο Σιβηρία θα τους φανεί, αλλά δεν θα χαλάσουν φαντάζομαι! Οκ. Καλή ιδέα. Θα τα βάλω στο ψυγείο.
Τα βάζω στο ψυγείο. Μετά από λίγα λεπτά, κάτι χρειάζομαι από το ψυγείο και ανοίγω την πόρτα.
'Ωπα! Τι θόρυβος είναι αυτός; Ένας ελαφρύ "κροτάλισμα" ερχόταν από το ψυγείο.
Τι είναι αυτό τώρα; αναρωτιέμαι και στήνω αυτί πιο κοντά στον θόρυβο.
ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΡΟΤΑΛΙΣΜΑ! Και από τι μπορεί να προέρχεται το κροτάλισμα μέσα στο ψυγείο; Από τα στριμωγμένα σαλιγκάρια μέσα στο διχτάκι που έχουν ξυπνήσει και προσπαθούν να κινηθούν! Τα καβούκια τους χτυπάνε μεταξύ τους και κροταλίζουν!
Οκ. Ως εδώ ήτανε. Φιλοξενία τέλος. Φεύγουν ΤΩΡΑ για την πεθερά μου!
Ντύνομαι βιαστικά, βουτάω τη σακούλα και φεύγω με το αμάξι. Πού να τα βάλω; Στο πορτ μπαγκάζ; Ε, ντάξει τώρα...Ας μη γίνομαι υπερβολική...Στο πίσω κάθισμα είναι καλά. Πάντως δίπλα μου να ακούω το κροτάλισμα ΔΕΝ τα βάζω! Άντε μπράβο να φύγουν από δω μέσα!
Μπαίνω στο σπίτι της πεθεράς. Φιλοξενεί και την αδερφή της (άλλη παλαβιάρα με τα σαλιγκάρια). Σου έφερα ένα δώρο της λέω, ενώ κουνάω τη σακούλα πέρα δώθε. Και επειδή αυτά έχουνε ξυπνήσει, πάρτα, κάνε τα ό,τι θέλεις, αρκεί να φύγουν από μένα και να μου πεις πώς τα έφτιαξες για να τα βάλω στο μπλογκ!
Αρχίζουν οι αδερφές να λένε πώς θα τα καθαρίσουν, μαγειρέψουν κλπ. Ώπα λεω, το χοντραίνετε! Δεν είναι ανάγκη να μπαίνουμε σε λεπτομέρειες, οκ; Όταν τα φτιάξεις, φώναξέ με να τα φωτογραφήσω και να μου πεις τη συνταγή...
Της παρατάω τα σαλιγκάρια και φεύγω.
Μιάμιση μέρα μετά ανακοινώνει ότι το φαγητό είναι έτοιμο (μπλιαχ. Οκ, είναι το πρώτο που κάνω). Αναρωτιέμαι αν θα με ενοχλήσει να τα φωτογραφίσω από πολύ κοντά...Προσπάθησα να εστιάσω στο αποτέλεσμα και να μην κοιτάζω ένα ένα...Τα φωτογραφίζω, μου σηκώνουνε πλακίτσα για να κάτσω να φάω, τις αγριοκοιτάζω και φεύγω :-p
Δύο μέρες μετά, πάω για τη συνταγή...

Σαλιγκάρια γιαχνί
Υλικά
1 με 1.200 γρ. σαλιγκάρια κρητικά (με κλειστή μεμβράνη-έτσι ήταν, έτσι γράφω)
3-4 ώριμες ντομάτες
1 μεγάλο κρεμμύδι τριμμένο στον τρίφτη
2 μεγάλα κρεμμύδια ψιλοκομμένα
αλάτι
πιπέρι
ελαιόλαδο
Εκτέλεση (κανονική όμως ε;...)
Πλένουμε τα σαλιγκάρια πάρα πολύ καλά.
Βάζουμε τα σαλιγκάρια σε κατσαρόλα με νερό να τα σκεπάζει. Κλείνουμε την κατσαρόλα και βάζουμε ένα βάρος στο καπάκι αν δεν θέλουμε να τα βρούμε την επόμενη μέρα να βολτάρουν μέχρι το ταβάνι.
Την επόμενη μέρα τα ξαναπλένουμε, τα βάζουμε σε τρυπητό να σουρώσουν πάλι σκεπασμένα για να μην το...σκάσουν...
Βάζουμε σε κατσαρόλα να βράσει (εδώ αρχίζουν τα πραγματικά βασανιστήρια....)
Μόλις βράσει. τα ρίχνουμε μέσα (τα έρμα) και τα αφήνουμε να πάρουν μερικές βράσεις.
Τα ρίχνουμε στο τρυπητό πάλι και τα αφήνουμε να σουρώσουν. ΤΩΡΑ να είστε σίγουροι ότι δεν πάνε πουθενά :-(
Καθαρίζουμε με μαχαίρι λίγο την πίσω πλευρά του κοχλία (πώς με βρίσκετε;)
Excuse me, λέω στην πεθερά...Κόβεται τόσο εύκολα το καβούκι με μαχαίρι;;;
Ναι μου λένε και οι δύο. Αν είναι μικρά ναι. Αν είναι μεγάλα, πιο δύσκολα.
Χωρίς να χρειάζεται να το σπάσεις ή κάτι τέτοιο;
Χωρίς, λένε...
Ό,τι πείτε, λέω εγώ η έρμη...
Κάνουμε λοιπόν μια τρύπα από πίσω και τα αφήνουμε στην άκρη.
Φτιάχνουμε σάλτσα ως εξής:
Σωτάρουμε σε ελαιόλαδο τα κρεμμύδια (και τα τριμμένα και τα ψιλοκομμένα).
Ρίχνουμε και τις ντομάτες τριμμένες και αφήνουμε να βράσει η σάλτσα 20-30 λεπτά, ενώ προσθέτουμε νερό όταν χρειάζεται, καθώς και αλατοπίπερο.
Μετά, ρίχνουμε και τα σαλιγκάρια και αφήνουμε να βράσουν καλά μέσα στη σάλτσα για μία ώρα περίπου (δοκιμάζουμε λέει-μπλιαχ), ενώ ρίχνουμε λίγο νεράκι αν και όταν χρειάζεται.
Συνεχίζουμε το βασανιστήριο τρώγοντας τα ΕΝ ΑΠΟΥΣΙΑ της Κικής.
Φεύγουμε ενώ τρώνε οι άλλοι, απειλώντας ότι θα κάνει να μας φιλήσει ο σύζυξ τρεις μέρες αφού θα τα φάει :-)
update: αν κάποιο σαλιγκαράκι με το μαρτύριο του νερού δεν προσπαθήσει να λακίξει, αν μείνει ακίνητο, ακούνητο, αγέλαστο μέσα στο καβούκι του ΠΡΟΣΠΟΙΟΥΜΕΝΟ τον ψόφιο κοριό για να γλυτώσει τα μαρτύρια, πιστέψτε το. Είναι όντως ψόφιος κοριός. Πετάξτε το!
Άντε βρε...Με τις υγείες σας...ΜΠΛΙΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΧ!










