1η Ιουλίου σήμερα. Μπαίνει για τα καλά το καλοκαίρι, οι άδειες έχουν αρχίσει, ο καιρός δεν λέει να στρώσει και να θυμίσει κατακαλόκαιρο. Ξέρω ότι όσοι είσαστε στην Αθήνα κλεισμένοι σε γραφεία και χώρους εργασίας μακαρίζεται την παραξενιά του, εγώ όμως το καλοκαίρι θέλω ζέστη. Θέλω να καίγομαι και να μην αντέχω από τη ζέστη…
Είναι το 2ο καλοκαίρι φέτος που το θερινό σινεμά στη Ζάκυνθο δεν λειτουργεί. Αυτό το μέρος πάει από το κακό στο χειρότερο και θα ήθελα να ήξερα πότε επιτέλους αυτός ο τόπος θα αφυπνιστεί και οι υπεύθυνοι θα πάρουν το μέλλον του στα χέρια του με δραστικές λύσεις. Η μοναδική καφετέρια της πλατείας Σολωμού κλειστή. Το θερινό σινεμά κλειστό. Η ανακύκλωση μου λένε δεν λειτουργεί. Δεν είμαι σίγουρη. Τι πάει καλά σ’ αυτόν τον τόπο;
Ας αφήσω το γκρίνια κατά μέρος γιατί δεν μου αρέσει. Γι άλλο ξεκίνησα να γράφω.
Στην Πάτρα που έμενα που λέτε, όταν ήμουν μικρή, ο συχωρεμένος ο παππούς, είχε το «εργοστάσιο» στην πλατεία Μαρούδα, κολλητά σε ένα θερινό σινεμά. Εργοστάσιο λέγαμε πάντα το εργαστήρι που είχε. Ήταν ένα δίπατο παλιό κτήριο με αυλή. Γωνία. Η ταράτσα του εργαστηρίου, ήταν στο καταλληλότερο σημείο για να βλέπουμε τσάμπα σινεμά. Μάλιστα, για να γίνεται πιο εύκολα αυτή η δουλειά, είχαμε τοποθετήσει 2 μεγάλες σανίδες στον τοίχο, για να καθόμαστε άνετα. Πού να φτάσουν 2 σανίδες για καμιά δεκαριά ξαδέρφια; Βάλτε και τους κολλητούς μας; Πολλοί! Όποιος είχε μυαλό και έφτανε πρώτος, έπιανε την καλύτερη θέση. Οι υπόλοιποι όρθιοι, ή όπως βολεύονταν. Για να ανέβουμε στην ταράτσα, υπήρχαν αυτοσχέδια ξύλινα ετοιμόρροπα σκαλιά μέσα από το εργοστάσιο και ο φακός, για να μην βγεις μπουκούνια (κοινώς κομμάτια), ήταν απαραίτητο αξεσουάρ. Πίσσα σκοτάδι. Για να καταλάβετε, όταν έμπαινε κάποιος από την πορτούλα, δεν τον αναγνωρίζαμε. Αναγνωρίζαμε τη σκιά του πρώτα, μέχρι τα μάτια μας να συνηθίσουν από τη φωτεινή οθόνη, στο σκοτεινό περίγραμμά του.

Ο φράχτης που ένωνε το σινεμά με το εργοστάσιο ήταν γεμάτο γιασεμί. Γιασεμί μύριζαν όλες οι ταινίες που βλέπαμε. Γιασεμί και αγιόκλημα μύριζαν οι νύχτες στα θερινά τα σινεμά. Από την αριστερή πλευρά λοιπόν το γιασεμί που φροντίζαμε για λόγους ευνόητους να το κουρεύουμε όταν θέριευε. Από τη δεξιά πλευρά, μια τεράστια μουριά που τα κλαδιά της και οι καρποί της, έφταναν στο κατάλληλο ύψος: αυτό της ταράτσας.
Οι προβολές άρχιζαν Ιούνιο, αν υποθέσω από το γεγονός ότι μία από τις γκουρμεδιές που τρώγαμε σαν λαθροθεατές, ήταν οι μούρες από τη μουριά. Τι γλύκα που είχανε ορέ παιδία εκείνες οι μούρες…Δεν ξέρω αν υπήρχαν πιο γλυκές…
Μια άλλη γκουρμεδιά που τρώγαμε ήταν τα τσίτσιρι. Μάτσα τα αγοράζαμε πριν μπούμε στο σινεμά το κανονικό ή στο λαθραίο. Τι ήταν τα τσίτσιρι; Τσίτσιρι λέγαμε τα φρέσκα ρεβίθια, που τα πουλούσαν σε μάτσο, κλεισμένα μέσα στο περικάρπιο (έτσι λέγεται;). Μαλακά και αφράτα, όπως ο αρακάς όταν πρωτοβγαίνει στην εποχή του, έκανε πλοπ και άνοιγε για να γευτείς τη γλύκα του. Όπως ακριβώς τα βλέπετε στη φωτό
εδώ.
Σε άλλες περιπτώσεις, είχαμε ξηροκάρπια. Μη φανταστείτε τίποτα ακριβά. Στραγάλια, πασατέμπο και φυστίκια στην καλύτερη περίπτωση, που κυκλοφορούσαν στην εποχή μας. Κι όταν μας έπιανε η όρεξη να κάνουμε διαολιές ή βαρεμάρα επειδή η ταινία δεν μας άρεσε, τότε αρχίζαμε να πετάμε στραγάλια στους θεατές. Ανύποπτοι οι έρμοι για τους λαθροθεατές που βρίσκοντας από πάνω τους, δεν ήξεραν από πού τους έρχονταν. Και να σου τα παράπονα μετά στον πατέρα, γιατί οι θεατές το λέγανε του υπεύθυνου, ο υπεύθυνος που ήξερε ότι βλέπαμε τσάμπα σινεμά το έλεγε στον πατέρα, ο πατέρας σε μας κι εμείς της ουράς μας. Τρώγαμε την κατσάδα και πάλι από την αρχή.

Το σινεμά ήταν κάνα μισάωρο με τα πόδια από το σπίτι μας. Η μάνα μου μας τεστάριζε έτσι μικρά που ήμασταν, αν ξέραμε να πάμε μόνοι μας. Την είχαμε μάθει καλά τη διαδρομή γιατί περνούσαμε καλά…
Εμείς μεγαλώσαμε, το σινεμά έκλεισε, το εργοστάσιο δόθηκε αντιπαροχή και τώρα στη θέση τους υπάρχουν τεράστιες πολυκατοικίες και αναμνήσεις βαλμένες στα θεμέλιά τους. Το θερινό σινεμά μου λείπει. Κι ας έχει σουβλάκια αντί για τσίτσιρι κι ας έχει breezer καρπούζι αντί για μούρες κι ας έχει πατατάκια με γεύση ρίγανη και ποπ κόρν αντί για στραγάλια…
Άντε μωρέ παιδιά…Καλό μήνα να έχουμε κι ας ευχηθούμε να ανοίξει το ρημαδοσινεμά στη Ζάκυνθο…Αλήθεια, θα απογορεύεται και στα θερινά σινεμά το καπνίζειν; :-)))